
Η Αικατερίνα ήταν πολύ όμορφη αλλά είχε και σπάνια μόρφωση. Σε ηλικία 18 χρονών είχε σπουδάσει άριστα λατινική και ελληνική φιλολογία, ρητορική και γνώριζε πολλές ξένες γλώσσες καθώς επίσης και τα δόγματα της χριστιανικής αλήθειας.
Ασπάσθηκε το Χριστιανισμό από πολύ νεαρή ηλικία και εργάστηκε με ενθουσιασμό για τη διάδοση του. Όταν, λοιπόν, επί αυτοκρατόρων Μαξιμιανού και Μαξεντίου οι χριστιανοί διώκονταν σκληρά, η νεαρή Αικατερίνα δε δίστασε να παρουσιαστεί και να ομολογήσει Θεό το Σωτήρα Χριστό.
Σύμφωνα όμως με την παράδοση και τα συναξάρια της Αγίας, όταν ο Μαξιμίνος πληροφορήθηκε για τον τρόπο ζωής της Αικατερίνας, ανέθεσε σε πενήντα περίφημους ρήτορες να πείσουν την Αγία να αλλάξει πίστη. Η Αικατερίνα όμως κατόρθωσε, όχι μόνο να καταπλήξει τους ρήτορες με τις γνώσεις της αλλά και να τους πείσει να ασπαστούν το Χριστιανισμό. Οργισμένος ο Μαξιμίνος διάταξε να κάψουν σε πυρά όλους τους ρήτορες και φυλάκισε την Αικατερίνα.
Όταν η Αυγούστα Φαυστίνα άκουσε για την Αικατερίνα ζήτησε και την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη συνοδεία 200 στρατιωτών. Η Αικατερίνη μάγεψε με τη διδασκαλία της και πάλι τους επισκέπτες της, έτσι που όλοι ασπάστηκαν το Χριστιανισμό. Ο Μαξιμίνος διέταξε τον αποκεφαλισμό της Αυγούστας και της ακολουθίας της και το μαρτυρικό θάνατο της Αικατερίνας.
Σύμφωνα πάντοτε με την παράδοση, ο βασανιστικός τροχός που θα σκότωνε την Αγία κομματιάστηκε από μόνος του και έτσι τελικά η Αικατερίνα αποκεφαλίστηκε και οι παρευρισκόμενοι είδαν από το σώμα της να ρέει γάλα αντί αίμα. Το αγνό της σώμα μεταφέρθηκε από αγγέλους στο όρος Σινά όπου όμως έμεινε για αιώνες άταφο. Μετά από όραμα οι εκεί μοναχοί βρήκαν το σώμα της Αγίας και το εναπόθεσαν σε μαρμάρινη θήκη στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ο οποίος σήμερα ονομάζεται και ναός της Αγίας Αικατερίνας.



Απολυτίκιο Ήχος πλ. α', τον συνάναρχον Λόγον
«Τὴν πανεύφημον νύμφην Χριστοῦ ὑμνήσωμεν, Αἰκατερῖναν τὴν θείαν καὶ πολιοῦχον Σινᾶ, τὴν βοήθειαν ἡμῶν καὶ ἀντίληψιν, ὅτι ἐφίμωσε λαμπρῶς, τοὺς κομψοὺς τῶν ἀσεβῶν, τοῦ Πνεύματος τῇ μαχαίρᾳ, καὶ νῦν ὡς Μάρτυς στεφθεῖσα, αἰτεῖται πᾶσι τὸ μέγα ἔλεος.»